απόγονος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απόγονος | απόγονοι |
| γενική | απογόνου | απογόνων |
| αιτιατική | απόγονο | απογόνους |
| κλητική | απόγονε | απόγονοι |
Ετυμολογία [
]
- απόγονος < αρχαία ελληνική ἀπόγονος
Ουσιαστικό [
]
απόγονος αρσενικό
- το παιδί ή το εγγόνι ή το δισέγγονο (κ.ο.κ.) κάποιου, αυτός που κατάγεται από κάποιους προγόνους
- Πλείστοι από τους Είλωτας ήσαν απόγονοι των παλαιών Μεσσηνίων, οι οποίοι είχαν υποδουλωθή κατά τον πρώτον Μεσσηνιακόν πόλεμον, και ως εκ τούτου ωνομάσθησαν όλοι Μεσσήνιοι. (Θουκυδίδης, Ιστορία, Α 101, μτφρ. Ελευθέριος Βενιζέλος)
- Βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους (ευχή που δίνεται σε νεόνυμφους)
Αντώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
απόγονος