απόγονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόγονος απόγονοι
γενική απογόνου απογόνων
αιτιατική απόγονο απογόνους
κλητική απόγονε απόγονοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απόγονος < αρχαία ελληνική ἀπόγονος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απόγονος αρσενικό

  1. το παιδί ή το εγγόνι ή το δισέγγονο (κ.ο.κ.) κάποιου, αυτός που κατάγεται από κάποιους προγόνους
    Πλείστοι από τους Είλωτας ήσαν απόγονοι των παλαιών Μεσσηνίων, οι οποίοι είχαν υποδουλωθή κατά τον πρώτον Μεσσηνιακόν πόλεμον, και ως εκ τούτου ωνομάσθησαν όλοι Μεσσήνιοι. (Θουκυδίδης, Ιστορία, Α 101, μτφρ. Ελευθέριος Βενιζέλος)
    Βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους (ευχή που δίνεται σε νεόνυμφους)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]