απόδειξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

απόδειξη < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

απόδειξη θηλυκό

  1. πληροφορία ή στοιχείο που δείχνει ότι κάτι αληθεύει
    το πιστοποιητικό πληροί τους όρους για την απόδειξη του επιπέδου γλωσσομάθειας
  2. (μαθηματικά) εξήγηση που με την χρήση τους κανόνες της λογικής και με βάση ορισμένα αξιώματα δείχνει την αλήθεια ενός μαθηματικός θεωρήματος
  3. χαρτάκι που δίνεται στον πελάτη με πληροφορίες για κάτι που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένων της τιμής, του φόρου, της ημερομηνίας κ.α.
    ο φορολογούμενος πρέπει να βάλει τις αποδείξεις σε κλειστό φάκελο πάνω τον οποίον θα αναγραφούν τον αριθμό των αποδείξεων και το συνολικό ποσό τους

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

δείτε τη λέξη: αποδεικνύω

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες