απόκλιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόκλιση αποκλίσεις
γενική απόκλισης
& αποκλίσεως
αποκλίσεων
αιτιατική απόκλιση αποκλίσεις
κλητική απόκλιση αποκλίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απόκλιση < ελληνιστική κοινή ἀπόκλισις (ἀπό + κλίσις)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απόκλιση θηλυκό

  1. η εκτροπή από μια καθορισμένη θέση ή κατεύθυνση
    • η διαφορά ενός στοιχείου από το αρχικώς επιδιωκόμενο
      τα έσοδα του προϋπολογισμού παρουσιάζουν ελαφρά απόκλιση προς τα κάτω
    • η διαφορά μεταξύ δύο στοιχείων που αποκλίνουν
  2. (μαθηματικά) στατιστικός όρος που προσδιορίζει διάφορες αριθμητικές στατιστικές αποκλίσεις (1)
  3. (αστρονομία) είναι η γωνιώδης απόσταση του ίχνους ενός άστρου (της θέσης του κατά την παρατήρηση) από τον ουράνιο ισημερινό και συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δέλτα (δ)
  4. (γεωγραφία) η γωνία που σχηματίζεται στο χάρτη από την κάθετο προς τον βορρά (όπως φαίνεται στο χάρτη) με την ευθεία προς τον πραγματικό γεωγραφικό βορρά
  5. (μαγνητισμός) η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού γεωγραφικού βορρά

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: