απόλαυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόλαυση απολαύσεις
γενική απόλαυσης
& απολαύσεως
απολαύσεων
αιτιατική απόλαυση απολαύσεις
κλητική απόλαυση απολαύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απόλαυση < αρχαία ελληνική ἀπόλαυσις < ἀπολαύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.laf.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απόλαυση θηλυκό

  1. το να απολαμβάνει κάποιος κάτι, να αντλεί μεγάλη ευχαρίστηση ή ηδονή από κάτι
    το πιάτο αυτό προσφέρει και λίγες μόνο θερμίδες αλλά και γευστική απόλαυση
  2. αυτό το πράγμα που απολαμβάνει κάποιος, αυτό που προκαλεί χαρά, προσφέρει ηδονή
    το φαγητό είναι η καθημερινή του απόλαυση
  3. το πρόσωπο που προσφέρει στους άλλους μεγάλη ευχαρίστηση με τα χαρίσματά του
    αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματική απόλαυση όταν συζητάει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]