απόσταξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόσταξη αποστάξεις
γενική απόσταξης
& αποστάξεως
αποστάξεων
αιτιατική απόσταξη αποστάξεις
κλητική απόσταξη αποστάξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απόσταξη < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.sta.ksi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απόσταξη θηλυκό

  1. διαδικασία διαχωρισμού ενός συστατικού από κάποιο μείγμα, η οποία χρησιμοποιεί το βρασμό και στηρίζεται στη διαφορετική θερμοκρασία υγροποίησης των συστατικών του μείγματος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]