απόστημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απόστημα | αποστήματα |
| γενική | αποστήματος | αποστημάτων |
| αιτιατική | απόστημα | αποστήματα |
| κλητική | απόστημα | αποστήματα |
[
]
Ετυμολογία
- απόστημα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
απόστημα ουδέτερο
- συλλογή πύου σε φλεγμαίνουσα περιοχή
- απόστημα χορδής: στην ευκλείδεια γεωμετρία απόστημα χορδής σε έναν κύκλο είναι η απόσταση του κέντρου του κύκλου από την χορδή