απόφθεγμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απόφθεγμα | αποφθέγματα |
| γενική | αποφθέγματος | αποφθεγμάτων |
| αιτιατική | απόφθεγμα | αποφθέγματα |
| κλητική | απόφθεγμα | αποφθέγματα |
[
]
Ετυμολογία
- απόφθεγμα < ἀπόφθεγμα < ἀποφθέγγομαι
[
]
Ουσιαστικό
απόφθεγμα ουδέτερο
- σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
απόφθεγμα
|
→ δείτε τη λέξη: ρητό |