αριστερά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αριστερά (επίρρημα) < αριστερός
αριστερά (ουσιαστικό) < από τη θέση που κάθονταν, κατά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, εκείνοι οι οποίοι επεδίωκαν τον περιορισμό της βασιλικής εξουσίας και την ενίσχυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης

Open book 01.svg Επίρρημα[]

αριστερά

  1. (τοπικό) σε αριστερή θέση ως προς τον παρατηρητή
    πήγαινε ίσια και μετά στρίψε αριστερά
  2. (πολιτική) με αριστερές θέσεις

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αριστερά θηλυκό μόνο στον ενικό και Αριστερά

  1. το σύνολο των ομάδων, ατόμων ή κομμάτων που, θεωρητικά, έχουν πολιτικές πεποιθήσεις οι οποίες προσβλέπουν στη μεταρρύθμιση της κοινωνίας προς μία κατεύθυνση η οποία να μειώνει τις αντιθέσεις και να μην θεωρεί την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων σαν αυταπόδεικτη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

αριστερά