αριστερό
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
αριστερό
- αριστερός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του αριστερός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού