αρμόζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αρμόζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
αρμόζω
- (συνήθως στο γ' πρόσωπο') ταιριάζω, είμαι ο κατάλληλος από ηθική άποψη
- αυτά τα λόγια δεν αρμόζουν σε έναν νέο άνθρωπο
Μεταφράσεις [
]
αρμόζω