αρνησικυρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρνησικυρία αρνησικυρίες
γενική αρνησικυρίας αρνησικυριών
αιτιατική αρνησικυρία αρνησικυρίες
κλητική αρνησικυρία αρνησικυρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρνησικυρία < άρνησις + κύρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρνησικυρία θηλυκό

  1. το δικαίωμα του αρχηγού της πολιτείας να αρνείται να επικυρώσει έναν νόμο
  2. (κατ' επέκταση) το δικαίωμα κάποιου να αρνείται να επικυρώσει τις αποφάσεις των εταίρων του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]