αρπακτικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρπακτικό αρπακτικά
γενική αρπακτικού αρπακτικών
αιτιατική αρπακτικό αρπακτικά
κλητική αρπακτικό αρπακτικά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρπακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρπακτικός (επειδή αρπάζει τα θύματά του από τη θέση τους στο έδαφος ή στον αέρα)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αρπακτικό ουδέτερο

  1. κάθε σαρκοβόρο πουλί με γρήγορο πέταγμα και γαμψά νύχια που που κυνηγά αρπάζοντας με τα νύχια το θήραμά του

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

δείτε τη λέξη: αρπάζω

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


[] Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

αρπακτικό

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες