αρρωστημένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αρρωστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αρρωσταίνω
[
]
Μετοχή
αρρωστημένος, αρρωστημένη, αρρωστημένο
- νοσηρός, κυρίως με την έννοια τη συναισθηματική και ψυχική, αλλά και κυριολεκτικά, μη υγιεινός
- Αυτή η κατάσταση είναι αρρωστημένη, ας χωρίσουμε να ξεμπερδεύουμε
- Άνοιξε να μπει λίγος αέρας, τι αρρωστημένη ατμόσφαιρα έχετε εδώ μέσα!
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | αρρωστημένος | αρρωστημένη | αρρωστημένο |
| γενική | αρρωστημένου | αρρωστημένης | αρρωστημένου |
| αιτιατική | αρρωστημένο | αρρωστημένη | αρρωστημένο |
| κλητική | αρρωστημένε | αρρωστημένη | αρρωστημένο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | αρρωστημένοι | αρρωστημένες | αρρωστημένα |
| γενική | αρρωστημένων | αρρωστημένων | αρρωστημένων |
| αιτιατική | αρρωστημένους | αρρωστημένες | αρρωστημένα |
| κλητική | αρρωστημένοι | αρρωστημένες | αρρωστημένα |