αρτηρία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αρτηρία | αρτηρίες |
| γενική | αρτηρίας | αρτηριών |
| αιτιατική | αρτηρία | αρτηρίες |
| κλητική | αρτηρία | αρτηρίες |
[
]
Ετυμολογία
- αρτηρία < αρχαία ελληνική ἀρτηρία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /aɾ.ti.ˈɾi.a/
[
]
Ουσιαστικό
αρτηρία θηλυκό
- (ανατομία) μυώδες ελαστικό σωληνοειδές αγγείο μέσω του οποίου το αίμα μεταφέρεται από την καρδιά προς όλα τα όργανα
- (μεταφορικά) μεγάλος και πολυσύχναστος άξονας μεταφορών ή επικοινωνιών
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
αγγείο