αρχιεπίσκοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχιεπίσκοπος αρχιεπίσκοποι
γενική αρχιεπισκόπου
& αρχιεπίσκοπου
αρχιεπισκόπων
& αρχιεπίσκοπων
αιτιατική αρχιεπίσκοπο αρχιεπισκόπους
& αρχιεπίσκοπους
κλητική αρχιεπίσκοπε αρχιεπίσκοποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρχιεπίσκοπος < ελληνιστική κοινή ἀρχιεπίσκοπος < ἀρχι- + ἐπίσκοπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρχιεπίσκοπος αρσενικό

  1. ο ανώτερος μεταξύ των επισκόπων μιας περιοχής, ο μητροπολίτης αυτής της περιοχής
  2. ο ηγέτης μιας αυτοκέφαλης Εκκλησίας ή μιας πολύ μεγάλης σε έκταση περιφέρειας που υπάγεται σε Πατριαρχείο· επίσης τίτλος του προκαθημένου της Αγγλικανικής Εκκλησίας
    Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]