αρχιμανδρίτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αρχιμανδρίτης < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
αρχιμανδρίτης αρσενικό
- εκκλησιαστικός τίτλος που φέρουν οι μοναχοί που έχουν χειροτονηθεί ιερείς
Μεταφράσεις
|
|