αρχιπέλαγος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιπέλαγος | αρχιπελάγη |
| Γενική | αρχιπελάγους | αρχιπελαγών |
| Αιτιατική | αρχιπέλαγος | αρχιπελάγη |
| Κλητική | αρχιπέλαγος | αρχιπελάγη |
Ετυμολογία
- αρχιπέλαγος < ιταλική arcipelago < αρχι- + πέλαγος
Προφορά
- ΔΦΑ : /aɾ.çi.ˈpɛ.la.ɣɔs/
Ουσιαστικό
αρχιπέλαγος ουδέτερο
- (γεωγραφία) η μεγάλη σε έκταση περιοχή της θάλασσας που περιλαμβάνει ομάδα ή ομάδες νησιών
- (νομικός όρος) σύμπλεγμα νησιών ή και μερών από νησιά που συνδέονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν μια αυτόνομη ενότητα σε οικονομικό, πολιτικό ή γεωγραφικό επίπεδο λη να θεωρούνται ως μια ιστορική ενότητα
- (ειδικότερα) τα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο Πέλαγος
Δείτε επίσης
- αρχιπέλαγος στη Βικιπαίδεια
