αρωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρωγός αρωγοί
γενική αρωγού αρωγών
αιτιατική αρωγό αρωγούς
κλητική αρωγέ αρωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρωγός < αρχαία ελληνική ἀρωγός, χρήσιμος, ωφέλιμος < ἀρήγω, βοηθώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρωγός αρσενικό


32πχ Μεταφράσεις[]