ασθενής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ασθενής | ασθενής | ασθενές |
| γενική | ασθενούς | ασθενούς | ασθενούς |
| αιτιατική | ασθενή | ασθενή | ασθενές |
| κλητική | ασθενή(ς) | ασθενής | ασθενές |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ασθενείς | ασθενείς | ασθενή |
| γενική | ασθενών | ασθενών | ασθενών |
| αιτιατική | ασθενείς | ασθενείς | ασθενή |
| κλητική | ασθενείς | ασθενείς | ασθενή |
[
]
Ετυμολογία
- ασθενής < αρχαία ελληνική ἀσθενής
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.sθɛ.ˈnis/ αρσενικό ή θηλυκό
- ΔΦΑ : /a.sθɛ.ˈnɛs/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
ασθενής αρσενικό ή θηλυκό, ασθενές ουδέτερο συγκριτικός: αθενέστερος, υπερθετικός: -
- που είναι άρρωστος
- ο ασθενικός, ο αδύναμος, που δεν έχει δύναμη (σθένος)
- για μία από τις τέσσερις κύριες δυνάμεις ή αλληλεπιδράσεις σε υποατομικό επίπεδο
[
]
Ουσιαστικό
ασθενής αρσενικό ή θηλυκό
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
επίθετο