αστείος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αστείος < αρχαία ελληνική ἀστεῖος < ἄστυ
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
αστείος, -α, -ο
- που προκαλεί γέλιο, εύθυμη διάθεση
- που προκαλεί το γέλιο και αρνητικά σχόλια
- πολύ μικρός σε μέγεθος ή σε δυσκολία