αστείος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀστεῖος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αστείος < αρχαία ελληνική ἀστεῖος < ἄστυ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈsti.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

αστείος, -α, -ο

  1. που προκαλεί γέλιο, εύθυμη διάθεση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διασκεδαστικός
  2. που προκαλεί το γέλιο και αρνητικά σχόλια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γελοίος
  3. πολύ μικρός σε μέγεθος ή σε δυσκολία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γελοίος

32πχ Μεταφράσεις[]