αστικοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αστικοποίηση < από το ρήμα αστικοποιώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αστικοποίηση θηλυκό

  • η ένταξη στην αστική τάξη, ενός ατόμου ή ενός τμήματος του πληθυσμού μιας περιοχής
  • η αποδοχή της αστικής κουλτούρας και του αστικού τρόπου ζωής
  • η μετατροπή μιας περιοχής σε αστικό κέντρο
  • η διαρκής και συστηματική συσσώρευση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα


32πχ Μεταφράσεις[]