αστράγαλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αστράγαλος | αστράγαλοι |
| γενική | αστραγάλου | αστραγάλων |
| αιτιατική | αστράγαλο | αστραγάλους |
| κλητική | αστράγαλε | αστράγαλοι |
[
]
Ετυμολογία
- αστράγαλος < αρχαία ελληνική ἀστράγαλος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.ˈstɾa.ɣa.lɔs/
[
]
Ουσιαστικό
αστράγαλος αρσενικό
- μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
- το αντίστοιχο τμήμα του ποδιού
- (πληθυντικός) παλιό παιχνίδι που παιζόταν με τα κότσια των ζώων
[
] Εκφράσεις
- άχρι αστραγάλων : ως εκεί, μη περαιτέρω
[
]
Μεταφράσεις
αστράγαλος
|
|