αστραπή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αστραπή | αστραπές |
| γενική | αστραπής | αστραπών |
| αιτιατική | αστραπή | αστραπές |
| κλητική | αστραπή | αστραπές |
[
]
Ετυμολογία
- αστραπή < αρχαία ελληνική ἀστραπή
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.stɾa.ˈpi/
[
]
Ουσιαστικό
αστραπή θηλυκό
- το στιγμιαίο φωτεινό φαινόμενο που συνοδεύει τον κεραυνό
- η ξαφνική λάμψη του περιβάλλοντος που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια κεραυνού
- το υπερβολικά φωτεινό φαινόμενο που εμφανίζεται ακριβώς στο σημείο της ηλεκτρικής εκκένωσης, ο κεραυνός
[
]
Επίρρημα
αστραπή
- πάρα πολύ γρήγορα, αστραπιαία
[
] Εκφράσεις
- καθαρός ουρανός, αστραπές δε φοβάται : ο άνθρωπος με τιμιότητα και ειλικρίνεια δε φοβάται την κριτική των άλλων