ασυναρτησία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ασυναρτησία < α- (στερητικό) + συναρτώ
[
]
Ουσιαστικό
ασυναρτησία θηλυκό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ασυναρτησία | ασυναρτησίες |
| γενική | ασυναρτησίας | ασυναρτησιών |
| αιτιατική | ασυναρτησία | ασυναρτησίες |
| κλητική | ασυναρτησία | ασυναρτησίες |
- η έλλειψη λογικής σειράς και ειρμού
- (συνεκδοχικά) ο ακατανόητος λόγος, που δεν έχει λογική σειρά και ειρμό
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ασυναρτησία