ατελείωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ατελείωτος < αρχαία ελληνική ἀτελείωτος < ἀ- (στερητικό) + τελειώνω

Open book 01.svg Επίθετο[]

ατελείωτος, -η, -ο και ατέλειωτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει τελειώσει ακόμα, ανολοκλήρωτος
    Πρέπει να επιστρέψω, γιατί έχω αφήσει δουλειά ατελείωτη.
  2. που δεν έχει τέλος, που έχει μεγάλη διάρκεια, άπειρος, ανεξάντλητος
    Το ταξίδι τού φάνηκε ατελείωτο.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

  1. τελειωμένος, ολοκληρωμένος
  2. περιορισμένος

32πχ Μεταφράσεις[]