ατμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατμός ατμοί
γενική ατμού ατμών
αιτιατική ατμό ατμούς
κλητική ατμέ ατμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ατμός < αρχαία ελληνική ἀτμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈtmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ατμός αρσενικό

  1. νερό ή άλλο υγρό σε αέρια μορφή, προϊόν εξάτμισης ή βρασμού, που για νερό γίνεται σε θερμοκρασίες πέρα από τους 100οC

Εκφράσεις[]

  • έγινε ατμός: για κάτι που χάθηκε, εξαφανίστηκε, ματαιώθηκε (παρόμοια με την έκφραση έγινε καπνός
  • υπ' ατμόν: (έτοιμος) προς αναχώρηση (η φράση προέρχεται από τα ατμόπλοια, που η πίεση του ατμού τους έπρεπε να είναι σ' ένα υψηλό σημείο λίγο πριν την αναχώρησή τους)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]