ατύχημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατύχημα ατυχήματα
γενική ατυχήματος ατυχημάτων
αιτιατική ατύχημα ατυχήματα
κλητική ατύχημα ατυχήματα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ατύχημα < αρχαία ελληνική ἀτύχημα < ατυχέω, -ῶ < α- στερητικό + τύχη

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ατύχημα ουδέτερο

  1. δυσάρεστο γεγονός από ατυχία
    Είναι ατύχημα που η Ανθολογία είναι φτωχή σχετικά έκδοση. Αποτελεί, ωστόσο, πολύτιμο μικρό ψηφιδωτό της μεγάλης ευρωπαϊκής ποίησης (Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 17-01-2002)
  2. δυσάρεστο συμβάν με μεγάλο κόστος καθώς επιφέρει υλική ζημιά ή τραυματισμό-θάνατο
    εργατικό ατύχημα, πυρηνικό ατύχημα, περιβαλλοντικό ατύχημα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δυστύχημα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες