αβγό
Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από αυγό)
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αβγό | αβγά |
| γενική | αβγού | αβγών |
| αιτιατική | αβγό | αβγά |
| κλητική | αβγό | αβγά |
Ετυμολογία [
]
αβγό < αρχαία ελληνική ᾠόν, από συνεκφορά: τα ᾠά < ταωά < ταωγά < τ' αβγό < αβγό
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
αβγά κότας
αβγό ουδέτερο
- το γονιμοποιημένο ωάριο, το γέννημα θηλυκών ζώων (πτηνών, ερπετών και ψαριών), που έχει σφαιρικό σχήμα και αποτελείται από το κέλυφος (αλλιώς τσόφλι), τις υποκελύφιες μεμβράνες, το λεύκωμα (αλλιώς, ασπράδι) και τη λέκιθο (αλλιώς κρόκο)
- το γέννημα κυρίως της κότας
- το περιεχόμενο του αβγού ως τροφή
- αβγά μάτια : αβγά τηγανητά που δεν έχουν χτυπηθεί, ώστε το ασπράδι και ο κρόκος στη μέση να μοιάζουν με μάτι
- αβγό μελάτο : αβγό βρασμένο λίγο, ώστε ο κρόκος να είναι παχύρευστος
- το περιεχόμενο του αβγού ως τροφή
Εκφράσεις [
]
- αβγά κουρεύομε; : δεν ξέρομε τη δουλειά μας;
- αβγά σου καθαρίζουν; : γιατί γελάς χωρίς λόγο;
- ακόμη δε βγήκε από το αβγό : για κάποιον που δεν έχει αποκτήσει ακόμη αρκετές εμπειρίες, αλλά συμπεριφέρεται σαν τα ξέρει όλα
- η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα; : η δυσκολία προσδιορισμού της αρχικής κατάστασης, η αναζήτηση του αρχικού αιτίου
- κάθομαι στ' αβγά μου : δεν εμπλέκομαι σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
- τον πήραν με τα αβγά : τον αποδοκίμασαν, ρίχνοντας του αβγά
- σιγά τ' αβγά (να μη σπάσουν) : για να υποβαθμιστεί η σπουδαιότητα προσώπου ή κατάστασης
- το αβγό του Κολόμβου : η εύκολη κι ευφυής λύση ενός προβλήματος, που αρχικά έμοιαζε άλυτο, αλλά εκ των υστέρων αποδεικνύεται απλό
- χάνω τ' αβγά και τα καλάθια / πασχάλια : χάνω ό,τι έχω // μπερδεύομαι, παθαίνω σύγχυση
[
]
- αβγατίζω
- αβγίλα
- αβγουλάς και αβγουλού
- αβγουλάτος
- αβγουλιέρα
- αβγουλίλα και αβγουλίλας
- αβγουλωτός
- αβγωμένος
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
αβγό
|
|