αυλή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αυλή | αυλές |
| γενική | αυλής | αυλών |
| αιτιατική | αυλή | αυλές |
| κλητική | αυλή | αυλές |
[
]
Ετυμολογία
- αυλή < αρχαία ελληνική αὐλή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
αυλή θηλυκό
- υπαίθριος περιφραγμένος χώρος που ανήκει σε ένα σπίτι-κτήριο
- το σύνολο των αυλικών, των αξιωματούχων και συμβούλων που πλαισιώνουν έναν ηγεμόνα