αυλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυλή αυλές
γενική αυλής αυλών
αιτιατική αυλή αυλές
κλητική αυλή αυλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυλή < αρχαία ελληνική αὐλή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈvli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυλή θηλυκό

  1. υπαίθριος περιφραγμένος χώρος που ανήκει σε ένα σπίτι-κτήριο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προαύλιο, περίβολος
  2. το σύνολο των αυλικών, των αξιωματούχων και συμβούλων που πλαισιώνουν έναν ηγεμόνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]