αυνανιζόμενος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αυνανιζόμενος < μετοχή ενεστώτα του αυνανίζομαι
[
]
Μετοχή
αυνανιζόμενος
- που αυνανίζεται
[
]
Μεταφράσεις
αυνανιζόμενος