αυτάρκης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αυτάρκης αυτάρκης αύταρκες
γενική αυτάρκους αυτάρκους αυτάρκους
αιτιατική αυτάρκη αυτάρκη αύταρκες
κλητική αυτάρκη(ς) αυτάρκης αύταρκες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτάρκεις αυτάρκεις αυτάρκη
γενική αυτάρκων αυτάρκων αυτάρκων
αιτιατική αυτάρκεις αυτάρκεις αυτάρκη
κλητική αυτάρκεις αυτάρκεις αυτάρκη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτάρκης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

αυτάρκης, -ης, -ες

  1. που ικανοποιεί μόνος του τις ανάγκες του
    η χώρα είναι αυτάρκης σε γεωργικά προϊόντα και δεν έχει ανάγκη εισαγωγών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]