αυταρέσκεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυταρέσκεια αυταρέσκειες
γενική αυταρέσκειας αυταρεσκειών
αιτιατική αυταρέσκεια αυταρέσκειες
κλητική αυταρέσκεια αυταρέσκειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αυταρέσκεια < αυτ- + αρέσκεια

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αυταρέσκεια θηλυκό

  • η αίσθηση του να είναι κανείς ικανοποιημένος από τον εαυτό του, αγνοώντας τις αδυναμίες του ή πιθανές αντιξοότητες


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη