αυτοάνοσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτοάνοσος < αυτός + ανοσία < για την απόδοση του αγγλ. όρου autoimmune

Open book 01.svg Επίθετο[]

αυτοάνοσος, αυτοάνοση, αυτοάνοσο

  1. το νόσημα που αποδίδεται σε διαταραχές του ανοσοποιητικού κατά τις οποίες για διάφορους λόγους ο οργανισμός αντιμετωπίζει δικά του στοιχεία ως ξένα και επιτίθεται ουσιαστικά στον εαυτό του
    αυτοάνοση ασθένεια
    αυτοάνοση νόσος
    αυτοάνοσο νόσημα



32πχ Μεταφράσεις[]