αυτοαπασχολούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοαπασχολούμενος < μετοχή ενεστώτα του αυτοαπασχολούμαι < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-employed

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αυτοαπασχολούμενος, -η, -ο

  1. που αυτοαπασχολείται, που δεν έχει εργοδότη αλλά δουλεύει σε δική του δουλειά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]