αυτοθαυμασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοθαυμασμός αυτοθαυμασμοί
γενική αυτοθαυμασμού αυτοθαυμασμών
αιτιατική αυτοθαυμασμό αυτοθαυμασμούς
κλητική αυτοθαυμασμέ αυτοθαυμασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτοθαυμασμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυτοθαυμασμός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]