αυτονομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτονομία αυτονομίες
γενική αυτονομίας αυτονομιών
αιτιατική αυτονομία αυτονομίες
κλητική αυτονομία αυτονομίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτονομία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυτονομία θηλυκό

  1. διοικητική ομάδα που ρυθμίζει μόνη της τις αποφάσεις της και τους νόμους της
  2. (εγκατάσταση) σύστημα αγωγών όπου δεν συνδέονται αγωγοί διαφορετικών διαμερισμάτων

32πχ Μεταφράσεις[]