αυτονόητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτονόητος < αυτο- + νοητός

Open book 01.svg Επίθετο[]

αυτονόητος, -η, -ο

  1. που γίνεται κατανοητός και αποδεκτός από μόνος του, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για ιδιαίτερες εξηγήσεις ή αποδείξεις
    είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί κανείς να λείπει από τη δουλειά του χωρίς άδεια ή χωρίς να συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]