αυτο-
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αυτο- < μέχρι την κατάργηση του πολυτονικού αὐτό- < αρχαία ελληνική αὐτός
[
]
Προφορά
[
]
Πρόθημα
αυτο- και αυθ- πριν από λεξεις που έπαιρναν το πνεύμα της δασείας και αυτ πριν από λεξεις που άρχιζαν από φωνήεν
- πρώτο συνθετικό που δίνει την έννοια της αυτοπάθειας, της αυτάρκειας, της αυτοδιάθεσης, της εκπλήρωσης μιας ενέργειας/διαδικασίας χωρίς παρεμβολή ή βοήθεια, της αυτοπροβολής
[
]
Σύνθετα
- αυτοάμυνα
- αυτοβιογραφία
- αυτοκίνητο
- αυτοκτονία
- αυθημερόν
- αυθόρμητος
- αυτουργός
- αυτοφυής
- αυτόκλητος
- αυτοπροβάλλομαι