αυτόπτης μάρτυρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτόπτης μάρτυρας < → δείτε τις λέξεις: αυτόπτης και μάρτυρας

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[]

αυτόπτης μάρτυρας αρσενικό

  1. αυτός που είδε ένα γεγονός μετα ίδια του τα μάτια και μπορεί να μαρτυρήσει γι' αυτό

32πχ Μεταφράσεις[]