αυτόχθονας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αυτόχθονας < αρχαία ελληνική αὐτόχθων
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /af.ˈtɔ.xθɔ.nas/
Ουσιαστικό [
]
αυτόχθονας αρσενικό ή θηλυκό
- που γεννήθηκε και κατοικεί στη γη των προγόνων του
Μεταφράσεις [
]
αυτόχθονας
|
→ δείτε τη λέξη: αυτόχθων |