αφήνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αφήνω < αρχαία ελληνική ἀφίημι
Ρήμα [
]
αφήνω, παρατ.: άφηνα, στιγμ. μέλλ.: θα αφήσω, αόρ.: άφησα , παθ.φωνή: αφήνομαι , προστ. αορ.: άφησε και άσε
- χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα
- άφησε το μολύβι του να πέσει στο πάτωμα
- παύω να έχω πάνω μου ένα αντικείμενο και το ακουμπώ σε κάποιο σημείο
- μάλλον άφησα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι
- δεν μετακινώ κάτι, δεν του αλλάζω την κατάστασή του
- άφησε τα πιάτα στο τραπέζι
- θα με αφήσεις ήσυχο;
- παραδίδω κάτι σε κάποιον, για να το ξαναπάρω αργότερα
- άφησα το αυτοκίνητο στο συνεργείο
- παύω να ασχολούμαι με κάτι και το εμπιστεύομαι σε άλλον
- ας το αφήσουμε στους ειδικούς
- ορίζω αντικαταστάτη
- άφησα το Νίκο στο πόδι μου για το διάστημα που θα λείπω
- σταματώ να ακολουθώ μια τακτική
- ας αφήσουμε τα υπονοούμενα
- κληροδοτώ
- ο θείος μου μου άφησε στη διαθήκη του ένα διαμέρισμα
- φεύγω
- άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Αμερική
- εγκαταλείπω κάτι με το οποίο με συνέδεε στενή σχέση, παρατώ
- άφησε την παλιά του δουλειά αλλά δεν κατάφερε ακόμα να βρει καινούρια
- άφησε τον άντρα της και τα παιδιά της
- ελευθερώνω, δεν κρατώ πια δέσμιο
- τον άφησαν ελεύθερο
- επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι
- οι επιτηρητές τον άφησαν να αντιγράψει
Εκφράσεις [
]
- αφήνω μούσι, μουστάκι: δεν ξυρίζομαι ώστε να αναπτυχθεί τριχοφυΐα