αφαιρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφαιρώ < αρχαία ελληνική ἀφαιρέω - ἀφαιρῶ < ἀπό + αἱρέω-ῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.fɛ.ˈɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

αφαιρώ

  1. παίρνω ένα κομμάτι ή ένα μέρος από ένα σύνολο ή μια ομάδα
  2. στερώ από κάποιον κάτι που του ανήκε
    του αφαίρεσαν τα πολιτικά δικαιώματα
  3. μειώνω κάτι ποιοτικά ή ποσοτικά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ελαττώνω
    η εξεταστική επιτροπή μπορεί να αφαιρέσει μέρος της ύλης
  4. κάνω την πράξη της αφαίρεσης, βρίσκοντας τη διαφορά μεταξύ δύο αριθμών
  5. αποσπώ κάτι με αθέμιτα μέσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κλέβω, υπεξαιρώ
    οι ληστές αφαίρεσαν από το χρηματοκιβώτιο μεγάλο χρηματικό ποσό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]