αφαλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφαλός αφαλοί
γενική αφαλού αφαλών
αιτιατική αφαλό αφαλούς
κλητική αφαλέ αφαλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφαλός < αρχαία ελληνική ὀμφαλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αφαλός αρσενικό

  1. μικρή κοιλότητα στο κέντρο περίπου της κοιλιάς, το σημάδι που απομένει από το κόψιμο του ομφάλιου λώρου αμέσως μετά τη γέννηση

32πχ Μεταφράσεις[]