αφηρημένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αφηρημένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος αφαιρώ.
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | αφηρημένος | αφηρημένη | αφηρημένο |
| γενική | αφηρημένου | αφηρημένης | αφηρημένου |
| αιτιατική | αφηρημένο | αφηρημένη | αφηρημένο |
| κλητική | αφηρημένε | αφηρημένη | αφηρημένο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | αφηρημένοι | αφηρημένες | αφηρημένα |
| γενική | αφηρημένων | αφηρημένων | αφηρημένων |
| αιτιατική | αφηρημένους | αφηρημένες | αφηρημένα |
| κλητική | αφηρημένοι | αφηρημένες | αφηρημένα |
[
]
Μετοχή
αφηρημένος αρσενικό, αφηρημένη θηλυκό, αφηρημένο ουδέτερο
- που δεν έχει εστιάσει την προσοχή του ή σκέφτεται διαφορετικά πράγματα από αυτά που συζητιούνται ή συμβαίνουν
- είσαι πολύ αφηρημένη τελευταία
- αυτός που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με τις αισθήσεις αλλά με τη διάνοια, ο μη αισθητός
- οι πλατωνικές Ιδέες είναι άυλες, αιώνιες κι αφηρημένες οντότητες
- αφηρημένο ουσιαστικό: το ουσιαστικό που δηλώνει μια έννοια που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με τις αισθήσεις, π.χ. δικαιοσύνη, αρετή, σοφία, αλήθεια, αριθμός κ.λπ.
- αφηρημένοι αριθμοί: οι αριθμοί που δεν αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη ποσότητα ή μέγεθος ή δε δηλώνουν συγκεκριμένο είδος μονάδων, π.χ. 11, 45, 17 σε αντιδιαστολή προς τους 11 μήνες, 45 μαθητές, 17 χιλιόμετρα
- καθετί που στην τέχνη χρησιμοποιεί μόνο σχήματα και γραμμές χωρίς αναπαριστά πιστά την πραγματικότητα