|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
αφιερώσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
αφιερώνοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
αφιερώνω |
αφιερώνεις |
αφιερώνει |
αφιερώνουμε |
αφιερώνετε |
αφιερώνουν |
| παρατατικός |
αφιέρωνα |
αφιέρωνες |
αφιέρωνε |
αφιερώναμε |
αφιερώνατε |
αφιέρωναν |
| αόριστος |
αφιέρωσα |
αφιέρωσες |
αφιέρωσε |
αφιερώσαμε |
αφιερώσατε |
αφιέρωσαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα αφιερώνω |
θα αφιερώνεις |
θα αφιερώνει |
θα αφιερώνουμε |
θα αφιερώνετε |
θα αφιερώνουν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα αφιερώσω |
θα αφιερώσεις |
θα αφιερώσει |
θα αφιερώσουμε |
θα αφιερώσετε |
θα αφιερώσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω αφιερώσει |
έχεις αφιερώσει |
έχει αφιερώσει |
έχουμε αφιερώσει |
έχετε αφιερώσει |
έχουν αφιερώσει |
| παρακείμενος β' |
έχω αφιερωμένο |
έχεις αφιερωμένο |
έχει αφιερωμένο |
έχο(υ)με αφιερωμένο |
έχετε αφιερωμένο |
έχουν(ε) αφιερωμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα αφιερώσει |
είχες αφιερώσει |
είχε αφιερώσει |
είχαμε αφιερώσει |
είχατε αφιερώσει |
είχαν αφιερώσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα αφιερωμένο |
είχες αφιερωμένο |
είχε αφιερωμένο |
είχαμε αφιερωμένο |
είχατε αφιερωμένο |
είχαν(ε) αφιερωμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω αφιερώσει |
θα έχεις αφιερώσει |
θα έχει αφιερώσει |
θα έχουμε αφιερώσει |
θα έχετε αφιερώσει |
θα έχουν αφιερώσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω αφιερωμένο |
θα έχεις αφιερωμένο |
θα έχει αφιερωμένο |
θα έχο(υ)με αφιερωμένο |
θα έχετε αφιερωμένο |
θα έχουν(ε) αφιερωμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να αφιερώνω |
να αφιερώνεις |
να αφιερώνει |
να αφιερώνουμε |
να αφιερώνετε |
να αφιερώνουν |
| αόριστος |
να αφιερώσω |
να αφιερώσεις |
να αφιερώσει |
να αφιερώσουμε |
να αφιερώσετε |
να αφιερώσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω αφιερώσει |
να έχεις αφιερώσει |
να έχει αφιερώσει |
να έχουμε αφιερώσει |
να έχετε αφιερώσει |
να έχουν αφιερώσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω αφιερωμένο |
να έχεις αφιερωμένο |
να έχει αφιερωμένο |
να έχο(υ)με αφιερωμένο |
να έχετε αφιερωμένο |
να έχουν(ε) αφιερωμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
αφιέρωνε |
|
|
αφιερώνετε |
|
| αόριστος |
|
αφιέρωσε |
|
|
αφιερώστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε αφιερωμένο |
|
|
έχετε αφιερωμένο |
|
|