αφυπνισμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αφυπνισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αφυπνίζω
[
]
Μετοχή
αφυπνισμένος
[
]
Μεταφράσεις
αφυπνισμένος