αχλάδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αχλάδι αχλάδια
γενική αχλαδιού αχλαδιών
αιτιατική αχλάδι αχλάδια
κλητική αχλάδι αχλάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αχλάδι < μεσαιωνική ελληνική ἀχλάδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈxla.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αχλάδια

αχλάδι ουδέτερο

  • ο εδώδιμος καρπός της αχλαδιάς, μικρό φρούτο που έχει πράσινη φλούδα, γλυκιά σάρκα, μικρούς σπόρους και ωοειδές σχήμα με στενό λαιμό προς το κοτσάνι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]