αχρωματοψία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αχρωματοψία | αχρωματοψίες |
| γενική | αχρωματοψίας | αχρωματοψιών |
| αιτιατική | αχρωματοψία | αχρωματοψίες |
| κλητική | αχρωματοψία | αχρωματοψίες |
[
]
Ετυμολογία
- αχρωματοψία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αχρωματοψία θηλυκό
- ασθένεια στην οποία ο ασθενής δεν αντιλαμβάνεται ένα η περισσότερα βασικά χρώματα (κόκκινο, πράσσινο, μπλε), αλλά μόνο τα σχήματα
[
]
Μεταφράσεις
αχρωματοψία