αχόρταγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αχόρταγος αχόρταγη αχόρταγο
γενική αχόρταγου αχόρταγης αχόρταγου
αιτιατική αχόρταγο αχόρταγη αχόρταγο
κλητική αχόρταγε αχόρταγη αχόρταγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αχόρταγοι αχόρταγες αχόρταγα
γενική αχόρταγων αχόρταγων αχόρταγων
αιτιατική αχόρταγους αχόρταγες αχόρταγα
κλητική αχόρταγοι αχόρταγες αχόρταγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχόρταγος < μεσαιωνική ελληνική α- στερητικό +χόρτα- (χορταίνω) + -γος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.'xɔ.rta.ɣɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αχόρταγος -η -ο

  1. αυτός που δε χορταίνει εύκολα, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει εύκολα το αίσθημα της πείνας
    αχόρταγος άνθρωπος
  2. (μεταφορικά) για συναίσθημα ή για ψυχική ανάγκη τόσο έντονη, που δεν μπορεί εύκολα κανείς να την ικανοποιήσει
    αχόρταγη επιθυμία για εκδίκηση
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο άπληστο, πλεονέκτη
    αχόρταγο είναι το μάτι του ανθρώπου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]