αχόρταγος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | αχόρταγος | αχόρταγη | αχόρταγο |
| γενική | αχόρταγου | αχόρταγης | αχόρταγου |
| αιτιατική | αχόρταγο | αχόρταγη | αχόρταγο |
| κλητική | αχόρταγε | αχόρταγη | αχόρταγο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | αχόρταγοι | αχόρταγες | αχόρταγα |
| γενική | αχόρταγων | αχόρταγων | αχόρταγων |
| αιτιατική | αχόρταγους | αχόρταγες | αχόρταγα |
| κλητική | αχόρταγοι | αχόρταγες | αχόρταγα |
Ετυμολογία [
]
- αχόρταγος < μεσαιωνική ελληνική α- στερητικό +χόρτα- (χορταίνω) + -γος
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /a.'xɔ.rta.ɣɔs/
Επίθετο [
]
αχόρταγος -η -ο
- αυτός που δε χορταίνει εύκολα, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει εύκολα το αίσθημα της πείνας
- αχόρταγος άνθρωπος
- (μεταφορικά) για συναίσθημα ή για ψυχική ανάγκη τόσο έντονη, που δεν μπορεί εύκολα κανείς να την ικανοποιήσει
- αχόρταγη επιθυμία για εκδίκηση
- (μεταφορικά) για άνθρωπο άπληστο, πλεονέκτη
- αχόρταγο είναι το μάτι του ανθρώπου