αψέντι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αψέντι | αψέντια |
| γενική | αψεντιού | αψεντιών |
| αιτιατική | αψέντι | αψέντια |
| κλητική | αψέντι | αψέντια |
[
]
Ετυμολογία
- αψέντι < γαλλική absinth(e) + -ι < λατινική absinthium < αρχαία ελληνική ἀψίνθιον (ἄψινθος) (αντιδάνειο)
[
]
Ουσιαστικό
αψέντι ουδέτερο
- δυνατό οινοπνευματώδες ποτό με κύρια συστατικά την άψινθο και το γλυκάνισο
- ο Τουλούζ Λοτρέκ ήταν λάτρης του αψεντιού